τότε-πότε:

Όνομα θεατρικής ομάδας, της οποίας τα μέλη έδιναν την απάντηση «τότε» κάθε φορά που ερωτώνταν για το «πότε» θα ανεβάσουν τα έργα τους. Η ομάδα αυτή δημιουργήθηκε το 2012 με πρώτο της έργο τον «Άσχημο» με τον οποίο και βρέθηκε σε αυτοοργανωμένους αλλά και δημόσιους χώρους ανά την Ελλάδα. Δημιούργησε από κοινού με άλλες συλλογικότητες σημεία συνάντησης, βραδυές αλληλεγγύης και εκδηλώσεις στήριξης των χώρων στους οποίους βρέθηκε. Η ομάδα αυτή είναι μέρος της συλλογικότητας +τεχνία- (βλ.παρακάτω)

+τεχνία- (συντεχνίαπλην):

Μία συλλογικότητα που ασχολείται με τη δημιουργία στην κατεύθυνση ανατροπής του θεαματικού και εμπορευματικού κόσμου. Αποτελείται από άτομα που συμμερίζονται αυτή την ανησυχία και στο πλαίσιο των χαρακτηριστικών και των περιεχομένων της έχουν δημιουργηθεί μουσικά συγκροτήματα, θεατρικές ομάδες, αυτοεκδόσεις κ.ά. ενώ έχουν πραγματοποιηθεί εκδηλώσεις και δράσεις για τη διάχυση των ζητημάτων που επεξεργάζεται. Τα μέλη της +τεχνίας- συναντιούνται σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.

Για ένα θέατρο των ατάλαντων, ενάντια στον πολιτισμό του εμπορεύματος”

Η επιθυμία μας για δημιουργία εκδηλώνεται και διατρέχει ολόκληρη της ζωή μας. Δε βρίσκεται σε μια αποκομμένη σφαίρα καλλιτεχνικής δραστηριότητας, αλλά διαχέεται σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας, από τις προσωπικές στιγμές μέχρι τις συλλογικές απόπειρες έκφρασης. Πολιτική όπως και κάθε επιλογή να συμμετέχουμε σε συλλογικές διαδικασίες με διαφορετικούς τρόπους αλλά με κοινή ουσία. Με στόχο να πραγματώσουμε κάθε επιθυμία που ξεπερνώντας τα ατομικά όρια μπορεί να γίνει συλλογική. Σε αυτό ανταποκρίνεται και η απόφαση να δημιουργήσουμε τη θεατρική μας ομάδα.

Θα ήταν οξύμωρο να μην είχε εξίσου ο κάθε ένας από εμάς λόγο στο τί, το πώς και το γιατί επιλέγουμε κάθε ένα σημείο του έργου με το οποίο ασχολούμαστε. Καθώς στις δημιουργικές μας συναντήσεις συμμετέχει ο καθένας από εμάς με την προσδοκία να μοιραστεί κάθε σκέψη, ιδέα ή πειραματισμό που σε αλληλεπίδραση με αυτά που κουβαλάνε οι υπόλοιποι, καθιστά κάθε μας πρόβα και κάθε μας έργο συλλογικό. Θα ήταν οξύμωρο να μιλάμε για μια θεατρική διαδικασία με θεσμισμένους ρόλους σκηνοθέτη ή ηθοποιού, φωτιστή, σκηνογράφου ή ενδυματολόγου όταν όλοι αυτοί –ως συγκεκριμένοι και με σαφή όρια ρόλοι- περιορίζονται στο στενό ορίζοντα τόσο της ειδικότητας όσο και της αυθεντίας τους.Η αντίληψη του έργου, η φαντασία και η συγκίνηση που γεννά και οι ιδέες για τη θεατρική του απόδοση δεν μπορούν να αφορούν μόνο έναν ή λίγους. Αφορούν όλους όσοι το επέλεξαν και διατίθενται να ανακαλύψουν τους τρόπους που θα δώσουν σε κάθε έργο ζωή. Η άρνηση αναπαραγωγής ρόλων βασίζεται στην ανάγκη να διαμορφώσουμε το έργο με γνώμονα την ισορροπία μεταξύ κοινών επιθυμιών και δυνατοτήτων. Οι συλλογικές-δημιουργικές μας διαδικασίες αποτελούν τον κατάλληλο τόπο να βρει διέξοδο η δημιουργικότητα και να δοκιμαστούν τα εκφραστικά μέσα, χωρίς να είναι προϋπόθεση κάποιο ακαδημαϊκό υπόβαθρο ή πιστοποίηση. Η εμβάθυνση στη γνώση σχετικά με το αντικείμενο με το οποίο ασχολούμαστε καθώς και η μετάδοση της εμπειρίας είναι σημαντικό κομμάτι των διαδικασιών μας.

Η λέξη πρόβα (prova) είναι ιταλική και σημαίνει δοκιμασία.

Δοκιμασία συνδιαλλαγής με το κείμενο και τα περιεχόμενά του, με τις ιδέες που πυροδοτεί και τα προσωπικά και συλλογικά εργαλεία που κάνουν αυτές τις ιδέες πραγματικότητα. Σημαίνει δοκιμασία του να δημιουργούμε από κοινού. Κατ’ αντιστοιχία με αυτό τόσο οι ιδέες για το στήσιμο του έργου, οι υποκριτικές προσεγγίσεις, ο σχεδιασμός των φωτών και της μουσικής, η δημιουργία των ρούχων και το συνοδευτικό υλικό είναι αποτέλεσμα της συλλογικής ενασχόλησης με το έργο αυτό τόσο από τους άμεσα εμπλεκόμενους στην ομάδα όσο και από ανθρώπους που συντροφικά ενεπλάκησαν και βοήθησαν με τον τρόπο τους στην πραγματοποίηση των Αποπειρών.

Καλοκαίρι 2014

Διαβάζουμε το «Απόπειρες (κατά της ζωής της)».Του Martin Crimp. 17 αυτοτελή σενάρια. Αφηγήσεις για την Άννα. Τις μεταφράζουμε.

Ένα έργο που μας έπεισε για τον πειραματισμό που επιτρέπει η ανοιχτότητα της μορφής του. Που ανταποκρίθηκε στη δική μας ανάγκη να δοκιμάσουμε το πέρασμα από τους ρόλους στους μη ρόλους, από τη συναισθηματική εμπλοκή στην αποστασιοποίηση, από ένα έργο με αρχή-μέση-τέλος σε αυτόνομες ιστορίες, χωρίς καμιά ομοιότητα μεταξύ τους. Με μόνο κοινό “αυτό” το οποίο αφηγούνται.

Ένα έργο που μας έκανε να ψάχνουμε όλα αυτά που απουσιάζουν, μέχρι να αντιληφθούμε πως αυτό ακριβώς είναι το νόημα. Που η τοποθέτηση σε σχέση με τα ζητήματα που αναδεικνύει μπορεί να παραχθεί μέσα από την υπόγεια ειρωνεία που διακατέχει όλο το έργο. Που η απουσία της Άννας χαρτογραφείται μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων με μια σειρά σεναρίων από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο, από το ειδικό στο γενικό, από τις καθημερινές σχέσεις στις σχέσεις κυριαρχίας με τη διαμεσολάβηση και την εξουσία να τις συντρέχουν και να παρουσιάζονται σε όλες τους τις μορφές . Όπου το ίδιο το θέαμα δημιουργεί σχέσεις που το αναπαράγουν και το συγκροτούν κάνοντας το πιο ισχυρό. Όπου η γλώσσα γίνεται και αυτή μέσο εξουσίας και ελέγχου από τους χρήστες της, δημιουργώντας με τον τρόπο που χρησιμοποιείται συναισθήματα, απομακρυσμένα από το περιεχόμενο που επικοινωνεί. Σενάρια παρμένα από όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητας που αντικατοπτρίζουν την κανονικότητα αντιμαχόμενα ταυτόχρονα κάθε έννοια “αυτονόητου” και “αλήθειας” αλλά και των ερμηνειών που θέτουν οι “άλλοι” για τους “άλλους”. Ένα έργο που μας έφερε αντιμέτωπους με τις αντιφάσεις μας, κάνοντας την ανάγκη πραγμάτωσής του ακόμα πιο έντονη.

2 χρόνια μετά (ναι είναι αλήθεια, τόσο μας πήρε):

Η προσπάθεια απόδοσης ενός τέτοιου έργου αρχίζει και τελειώνει με την έκθεσή του. Με την επιθυμία μας μέσα από τα ερωτήματα που θέτει να επικοινωνήσουμε όσα μας απασχολούν. Τις καθημερινές εξουσίες που συγκροτούν την Εξουσία, τις εκάστοτε πραγματικότητες που δομούν την Πραγματικότητα υπό το πρίσμα των θεαματικών διεργασιών, τις διαμεσολαβημένες σχέσεις που έρχονται να ορίσουν την Αλήθεια και τις αφηγήσεις των άλλων που έρχονται να παγιώσουν την αποξένωση και την ιδιώτευση. Με το να έρθουμε σε επαφή με όλες τις διαφορετικές προσλήψεις και ερμηνείες του έργου από όσους το παρακολουθούν.

Λοιπόν, ποιά είναι πραγματικά η Άννα; Τη γνωρίσαμε ποτέ; Μας αρκεί η εικόνα που προβάλλουν για αυτήν; Ή μήπως φτιάξαμε εμείς μία; Την αφηγηθήκαμε;

Οι “Απόπειρες” παίζονται σε αυτοοργανωμένους και απελευθερωμένους από εμπορευματικές και θεαματικές διαμεσολαβήσεις χώρους. Χωρίς αντίτιμο, με ελεύθερη οικονομική συνεισφορά.